El Cantar de los Cantares, Άσμα ‘Ασμάτων,
el más sublime y hermoso de todos los cantares.
En bilingüe, griego y español
Capítulo 1 Άσμα ‘Ασμάτων 1
1 El Cantar de los Cantares, este canto por excelencia, el más hermoso de todos, es de Salomón.
Ασ. Ασ. 1,1 ‘Ασμα ᾀσμάτων, ὅ ἐστι τῷ Σαλωμών.
Ασ. Ασ. 1,1 Το άσμα των ασμάτων, το κατ’ εξοχήν ωραίον αυτό άσμα είναι του Σολομώντος.
2 Que me bese con los besos de su boca, porque tus pechos son más dulces que el vino,
[2 ¡Béseme mi Amado
con los besos de su boca!
Porque tus caricias
son más dulces y deliciosas
que el vino más selecto.]
Ασ. Ασ. 1,2 Φιλησάτω με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ, ὅτι ἀγαθοὶ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον,
Ασ. Ασ. 1,2 Ας με φιλήση ο αγαπημένος μου με τα φιλήματα του ιδικού του στόματος, διότι αι ιδικαί του θωπείαι είναι ωραιότεραι και από τον πλέον εκλεκτόν οίνον.
(Nota de traducción: Aunque μαστοί significa literalmente «pechos», muchos Santos Padres entienden esta expresión como símbolo de los dones vivificantes, de la enseñanza divina y de la agapi-amor del Esposo celestial. Por ello, en la traducción poética puede verterse legítimamente como «tu agapi-amor», conservando el sentido espiritual del texto sin perder su riqueza simbólica.
3 y la fragancia de tus perfumes sobrepasa todos los aromas; tu Nombre es como un perfume derramado que llena todo con su exquisita fragancia; por eso las doncellas (psiques-almas) puras te aman;
[3 La fragancia de tus perfumes
supera todos los aromas del mundo;
tu Nombre es como un perfume precioso
derramado al abrirse su vaso sellado;
su suave fragancia todo lo llena;
por eso las doncellas (psiques-almas) vírgenes
te aman con todo su corazón.]
Ασ. Ασ. 1,3 καὶ ὀσμὴ μύρων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα· μῦρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σου. διὰ τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε,
Ασ. Ασ. 1,3 Η ευωδία των ιδικών σου μύρων είναι περισσότερον ευάρεστος, από όλα τα αρώματα του κόσμου. Το όνομά σου είναι σαν το μύρον, που άδειασε από σφραγισμένον δοχείον. Δια τούτο αι παρθένοι νεάνιδες σε ηγάπησαν με όλην των την καρδίαν.
4 atráeme hacia Ti; correremos tras la fragancia de tus perfumes; el Rey me ha introducido en su mansión; nos regocijaremos, deleitaremos y nos alegraremos en ti; amaremos tus pechos más que el vino; la rectitud te ha amado.
[4 Atraídas por Ti,
correremos embriagadas
tras la fragancia de tus perfumes;
mi Rey me ha conducido
a sus habitaciones más íntimas;
en Ti nos gozaremos
y rebosaremos de alegría;
amaremos la dulzura de tus caricias
más que el vino más selecto;
todo corazón recto/ortodoxo
te ha amado y continúa amándote.]
Ασ. Ασ. 1,4 εἵλκυσάν σε, ὀπίσω σου εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμοῦμεν. εἰσήνεγκέ με ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ ταμιεῖον αὐτοῦ. ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν σοί· ἀγαπήσομεν μαστούς σου ὑπὲρ οἶνον· εὐθύτης ἠγάπησέ σε.
Ασ. Ασ. 1,4 Ειλκύσθησαν από σέ. Θα τρέξωμεν οπίσω σου μεθυσμέναι από την ευωδίαν των ιδικών σου μύρων. Ο βασιλεύς μου με εισήγαγεν εις τα ιδιαίτερα αυτού εσωτερικά διαμερίσματα. Θα χαρώμεν και θα ευφρανθώμεν μαζή σου. Θα αγαπήσωμεν τας ευαρέστους και ηδονικάς θωπείας σου περισσότερον από τον εκλεκτόν οίνον. Καθε ευθεία καρδία σε ηγάπησε και σε αγαπά.
5 Soy morena, pero hermosa, hijas de Jerusalén; semejante a las tiendas de Quedar por fuera, y a los espléndidos velos del palacio de Salomón por dentro.
5 ¡Oh hijas de Jerusalén!
Soy muy morena,
como las tiendas de los habitantes de Quedar;
pero soy hermosa,
como los preciosos cortinajes de piel
del hermoso palacio de Salomón.
Ασ. Ασ. 1,5 μέλαινά εἰμι ἐγὼ καὶ καλή, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ὡς σκηνώματα Κηδάρ, ὡς δέῤῥεις Σαλωμών.
Ασ. Ασ. 1,5 Ω θυγατέρες, της Ιερουσαλήμ! Είμαι πολύ μελαγχροινή εγώ, όπως αι σκηναί των κατοίκων Κηδάρ. Είμαι όμως ωραία, όπως τα πολύτιμα εκ δέρματος παραπετάσματα του ωραίου ανακτόρου του Σολομώντος.
6 No fijéis vuestra mirada en mi rostro porque el sol me ha oscurecido; los hijos de mi madre se levantaron contra mí y me confiaron la custodia de las viñas; mientras velaba por las ajenas, descuidé mi propia viña.
6 No os detengáis en mi apariencia,
porque el ardor del sol,
ha oscurecido mi rostro;
mis amigos se irritaron contra mí,
contendieron conmigo y
me enviaron a guardar las viñas;
pero yo, por agapi-amor a Él,
no guardé mi propia viña (mi alma); la descuidé.
Ασ. Ασ. 1,6 μὴ βλέψητέ με ὅτι ἐγώ εἰμι μεμελανωμένη, ὅτι παρέβλεψέ με ὁ ἥλιος· υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντο ἐν ἐμοί, ἔθεντό με φυλάκισσαν ἐν ἀμπελῶσιν· ἀμπελῶνα ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα.
Ασ. Ασ. 1,6 Μη με κυττάζετε με περιέργειαν, που είμαι μελαγχροινή. Διότι ο ήλιος έπεσε καυστικός επάνω μου και με εμαύρισε. Οι αδελφοί μου εχολώθησαν εναντίον μου και εφιλονείκησαν και με έστειλαν να φυλάττω τους αμπελώνας. Εγώ όμως από την αγάπην προς αυτόν δεν εφύλαξα τον αμπελώνα μου· αδιαφόρησα δι’ αυτόν.
7 Dímelo, amado de mi alma: ¿dónde apacientas tu rebaño?, ¿dónde lo haces descansar al mediodía?, para que no vague perdida buscándote entre los rebaños de tus compañeros.
Ασ. Ασ. 1,7 ἀπάγγειλόν μοι ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, ποῦ ποιμαίνεις, ποῦ κοιτάζεις ἐν μεσημβρίᾳ, μήποτε γένωμαι ὡς περιβαλλομένη ἐπ᾿ ἀγέλαις ἑταίρων σου.
Ασ. Ασ. 1,7 Πές μου συ, τον οποίον έχει αγαπήσει η ψυχή μου, που βόσκεις τα πρόβατά σου; Που πλαγιάζεις και αναπαύεσαι κατά τας μεσημβρινάς ώρας; Πές μου, που είσαι, για να μη περιπλανηθώ αναζητούσα σε εις τα ποίμνια των συντρόφων σου ποιμένων.
8 Si todavía no has conocido quién eres, oh la más hermosa entre las mujeres, sigue las huellas del (santo) rebaño y apacienta tus cabritos junto a las tiendas de los pastores.
8 Si tú, la más hermosa entre todas las mujeres,
no te conoces a ti misma,
sal y sigue las huellas de los rebaños;
apacienta tus cabritillos
junto a las tiendas de los otros pastores,
y allí encontrarás
a aquel que buscas.
Ασ. Ασ. 1,8 ἐὰν μὴ γνῷς σεαυτήν, ἡ καλὴ ἐν γυναιξίν, ἔξελθε σὺ ἐν πτέρναις τῶν ποιμνίων καὶ ποίμαινε τὰς ἐρίφους σου ἐπὶ σκηνώμασι τῶν ποιμένων.
Ασ. Ασ. 1,8 Εάν συ, η ωραία μεταξύ όλων των γυναικών, εάν συ δεν γνωρίζης τον εαυτόν σου, έβγα και ακολούθησε τα ίχνη των ποιμνίων. Βοσκε τα ερίφιά σου ανάμεσα εις τας κατασκηνώσεις των άλλων ποιμένων και κάπου θα εύρης αυτόν, που αναζητείς.
9 Te he comparado, amada mía, a mi noble yegua que tira de los carros del Faraón, (hermosa, fuerte y majestuosa.)
9 Te he comparado, amada mía,
compañera de mi vida,
con mi majestuosa y orgullosa yegua,
enganchada al carro del Faraón.
Ασ. Ασ. 1,9 τῇ ἵππῳ μου ἐν ἅρμασι Φαραὼ ὡμοίωσά σε, ἡ πλησίον μου.
Ασ. Ασ. 1,9 Με την μεγαλοπρεπή και υπερήφανον φορβάδα μου, ζευγμένην στο άρμα του Φαραώ, εγώ παρομοιάσει σέ, ω καλή μου και σύντροφέ μου.
10 ¡Cuán hermosas son tus mejillas, semejantes y suaves a las de una tórtola; y tu cuello, ¡adornado como con preciosos collares!
10 ¡Qué hermosas son tus mejillas y tu rostro,
como los de una tórtola!
¡Qué bellísimo es tu cuello,
donde resplandece la Jaris-gracia,
como ricos collares!
Ασ. Ασ. 1,10 τί ὡραιώθησαν σιαγόνες σου ὡς τρυγόνος, τράχηλός σου ὡς ὁρμίσκοι;
Ασ. Ασ. 1,10 Ποσον ωραίαι είναι αι παρειαί σου και αι σιαγόνες σου. Ομοιάζουν με τας σιαγόνας των τρυγόνων. Ο δε τράχηλός σου είναι ωραιότατος, ωσάν στολισμόν πολυτίμων κοσμημάτων.
11 Te adornaremos con preciosas obras de oro, realzadas por finas incrustaciones de plata.
Ασ. Ασ. 1,11 ὁμοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετὰ στιγμάτων τοῦ ἀργυρίου.
Ασ. Ασ. 1,11 Κοσμήματα χρυσού διάστικτα με άργυρον θα κατασκευάσωμεν δια τον λαιμόν σου.
12Mientras el Rey estaba reclinado a su mesa, mi nardo derramó su exquisita fragancia.
Ασ. Ασ. 1,12 ἕως οὗ ὁ βασιλεὺς ἐν ἀνακλίσει αὐτοῦ, νάρδος μου ἔδωκεν ὀσμὴν αὐτοῦ.
Ασ. Ασ. 1,12 Καθ’ ον χρόνον ο βασιλεύς μου είναι ανακεκλιμένος, παρά την πλουσίαν τράπεζάν του, ο νάρδος μου ανέδιδε το ευάρεστον άρωμά του.
13 Mi Novio es para mí un saquito de preciosa mirra, sobre mi pecho reposa continuamente, (junto a mi corazón), que descansa entre mis pechos.
Ασ. Ασ. 1,13 ἀπόδεσμος τῆς στακτῆς ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἀνὰ μέσον τῶν μαστῶν μου αὐλισθήσεται.
Ασ. Ασ. 1,13 Σαν θήκη γεμάτη από ευώδη στακτήν είναι δι’ εμέ ο πολυαγαπημένος αδελφός μου. Θα αναπαύεται ανάμεσα στους μαστούς μου, επάνω από την καρδιά μου.
14 Mi Novio es para mí como un fragante racimo de alheña que florece en las viñas de Engadí, derramando su exquisita fragancia.
Ασ. Ασ. 1,14 βότρυς τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἐν ἀμπελῶσιν Ἐγγαδδί.
Ασ. Ασ. 1,14 Ωσάν το ανθισμένο κλήμα, που ευωδιάζει εις τα αμπέλια της Εγγαδδί, είναι ο αγαπημένος αδελφός της ψυχής μου.
(nota: κύπρος no alude a la isla de Chipre, sino a la alheña (lawsonia inermis), planta aromática; la imagen reúne dos símbolos: la fecundidad del viñedo y el exquisito perfume de la alheña.)
15 ¡Qué hermosa eres, amada mía; toda tú eres hermosa! Tus ojos son como palomas, transparentes en su pureza y llenos de paz y dulzura.
Ασ. Ασ. 1,15 ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή, ὀφθαλμοί σου περιστεραί.
Ασ. Ασ. 1,15 Ιδού, σύντροφέ μου, είσαι ωραία. Ιδού, είσαι ωραία. Οι οφθαλμοί σου είναι ωσάν τα περιστέρια.
16 ¡Qué hermoso eres, Amado mío; incomparable es tu belleza! Nuestra cama reposa bajo una sombra benefactora y refrescante, apacible y protectora.
Ασ. Ασ. 1,16 ἰδοὺ εἶ καλός, ὁ ἀδελφιδός μου, καί γε ὡραῖος· πρὸς κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος,
Ασ. Ασ. 1,16 Ιδού, και συ είσαι ωραίος, αδελφέ της ψυχής μου· πολύ ωραίος. Είσαι επάνω εις την κλίνην σου σαν κάτω από παχύσκιον δένδρον.
17 Las vigas de nuestra morada son de cedro aromático, y nuestros artesonados (frisos), de fragante ciprés.
Ασ. Ασ. 1,17 δοκοὶ οἴκων ἡμῶν κέδροι, φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.
Ασ. Ασ. 1,17 Τα δοκάρια του σπιτιού μας είναι αρωματικαί κέδροι και τα κουφώματά μας ξύλα κυπαρίσσου.
Capítulo 2 Άσμα ‘Ασμάτων 2
1 Yo soy la flor del campo, el lirio de los valles.
Ασ. Ασ. 2,1 Ἐγώ ἄνθος τοῦ πεδίου, κρίνον τῶν κοιλάδων.
Ασ. Ασ. 2,1 Εγώ είμαι το άνθος της πεδιάδος, το κρίνον των κοιλάδων.
2 Así como un lirio resplandece entre las espinas, así sobresale mi amada entre todas las hijas.
Ασ. Ασ. 2,2 ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν, οὕτως ἡ πλησίον μου ἀνὰ μέσον τῶν θυγατέρων.
Ασ. Ασ. 2,2 Πράγματι ωσάν κρίνον ανάμεσα εις τα αγκάθια, έτσι είναι η καλή μου ανάμεσα εις τας άλλας παρθένους νεάνιδας.
3 Como un frondoso manzano en medio del bosque, así es mi Novio entre todos los hijos de los hombres; deseé con ardor descansar bajo su sombra, y hallé allí reposo; su fruto llenó de dulzura mi garganta.
Ασ. Ασ. 2,3 ὡς μῆλον ἐν τοῖς ξύλοις τοῦ δρυμοῦ, οὕτως ἀδελφιδός μου ἀνὰ μέσον τῶν υἱῶν· ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ἐπεθύμησα καὶ ἐκάθισα, καὶ καρπὸς αὐτοῦ γλυκὺς ἐν λάρυγγί μου.
Ασ. Ασ. 2,3 Ωσάν καρποφόρος μηλιά ανάμεσα εις τα άκαρπα δένδρα του δάσους, έτσι είναι ο αδελφός της ψυχής μου ανάμεσα στους άλλους νέους. Την σκιαν αυτού του δένδρου εγώ επεθύμησα και κάτω από αυτό εκάθισα. Ο καρπός του είναι γλυκύς στον λάρυγγά μου.
4 Conducidme a la casa del vino, donde reina la alegría del Novio; que la agapi-amor sea extendida sobre mí como un glorioso estandarte.
Ασ. Ασ. 2,4 εἰσαγάγετέ με εἰς οἶκον τοῦ οἴνου, τάξατε ἐπ᾿ ἐμὲ ἀγάπην.
Ασ. Ασ. 2,4 Οδηγήσατέ με στον οίκον, όπου παρατίθεται το συμπόσιον των γάμων μας. Διδάξατέ με και καταστήσατε σταθερωτάτην την προς τον νυμφίον μου αγνήν αγάπην μου.
5 Sostenedme con perfumes, fortalecedme con manzanas, porque estoy herida de agapi-amor del Novio.
Ασ. Ασ. 2,5 στηρίσατέ με ἐν μύροις, στοιβάσατέ με ἐν μήλοις, ὅτι τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ.
Ασ. Ασ. 2,5 Είμαι πληγωμένη από την αγάπην του. Στηρίξατέ με με μύρα. Σωριάστε μπροστά μου μήλα· η ευωδία των αρωμάτων και η βρώσις των μήλων θα με στηρίξη.
6 Su mano izquierda sostiene mi cabeza, mientras su diestra me estrecha en un abrazo de agapi-amor.
Ασ. Ασ. 2,6 εὐώνυμος αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου, καὶ ἡ δεξιὰ αὐτοῦ περιλήψεταί με.
Ασ. Ασ. 2,6 Το αριστερό του χέρι είναι κάτω από την κεφαλήν μου και το δεξί του χέρι ας με εναγκαλισθή.
7 Os conjuro, hijas de Jerusalén, por las fuerzas y las fortalezas del campo (o por las gacelas y las ciervas del campo); no despertéis la agapi-amor ni lo perturbéis antes de que él mismo lo quiera.
7 ¡Oh hijas de Jerusalén!,
os conjuro por las maravillosas fuerzas de la creación,
por la belleza de los campos y de las praderas;
no despertéis ni inquietéis mi agapi-amor;
dejadlo descansar y dormir
hasta que él mismo lo quiera.
Ασ. Ασ. 2,7 ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν δυνάμεσι καὶ ἐν ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ, ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως οὗ θελήσῃ.
Ασ. Ασ. 2,7 Ω θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, σας εξορκίζω εις τας θαυμαστάς δυνάμεις της φύσεως, εις την ωραιότητα των αγρών και των πεδιάδων μη εξυπνήσετε και μη ανησυχήσετε την αγάπην μου. Αφήσατέ την να κοιμηθή και αναπαυθή, όσον θέλει.
8 ¡Es la voz de mi Novio! Mirad, ya viene, saltando sobre los montes y danzando sobre las colinas para alcanzar a su amada.
8 ¡Escucho la voz de mi Novio!
¡Mirad, ya viene!
Danza sobre los montes y
salta sobre las colinas
para llegar hasta mí.
Ασ. Ασ. 2,8 Φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου· ἰδοὺ οὗτος ἥκει πηδῶν ἐπὶ τὰ ὄρη, διαλλόμενος ἐπὶ τοὺς βουνούς.
Ασ. Ασ. 2,8 Ακούω την φωνήν του αγαπημένου μου. Ιδού, αυτός έρχεται πηδών επάνω εις τα όρη, υπερπηδά τα βουνά και όλα τα εμπόδια.
9 Mi Novio es semejante a una gacela o a un joven cervatillo sobre los montes de Betel; mirad, ya está detrás de nuestro muro junto a nuestra casa; observa por las ventanas y se asoma entre las persianas.
9 Este amado hermano de mi psique-alma
es semejante a una ágil gacela
o a un joven cervatillo
que corre por los montes de Betel;
¡Ya está aquí!,
al otro lado del muro de mi casa;
se asoma por las ventanas
y, entre las persianas,
busca mirarme con amor y ternura.
Ασ. Ασ. 2,9 ὅμοιός ἐστιν ἀδελφιδός μου τῇ δορκάδι ἢ νεβρῷ ἐλάφων ἐπὶ τὰ ὄρη Βαιθήλ. ἰδοὺ οὗτος ὀπίσω τοῦ τοίχου ἡμῶν παρακύπτων διὰ τῶν θυρίδων, ἐκκύπτων διὰ τῶν δικτύων.
Ασ. Ασ. 2,9 Ο αδελφός αυτός της ψυχής μου ομοιάζει με ζαρκάδι η με μικρό ελάφι, εις τα όρη της Βαιθήλ. Ιδού, έφθασε ευρίσκεται έξω από τον τοίχον του σπιτιού μου. Κυπτει από τας θυρίδας· προσπαθεί δια μέσου των δικτυωτών να ίδη με στοργήν.
10 Entonces mi Amado me respondió diciendo: «ἀνάστα (anásta) resucita, despierta, levántate y ven, amada compañera mía, hermosura mía, paloma mía,
Ασ. Ασ. 2,10 ἀποκρίνεται ἀδελφιδός μου, καὶ λέγει μοι· ἀνάστα, ἐλθὲ ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου,
Ασ. Ασ. 2,10 Ο αδελφός της καρδιάς μου αποκρίνεται εις εμέ και μου λέγει· σήκω, έλα κοντά μου, συ η σύντροφός μου, η καλή μου, το περιστέρι μου.
11 porque ya ha terminado el invierno; las lluvias se han retirado y han desaparecido,
Ασ. Ασ. 2,11 ὅτι ἰδοὺ ὁ χειμὼν παρῆλθεν, ὁ ὑετὸς ἀπῆλθεν, ἐπορεύθη ἑαυτῷ,
Ασ. Ασ. 2,11 Ελα· ο χειμώνας επέρασεν, αι βροχαί έφυγαν στον τόπον των.
12 las flores ya han brotado sobre la tierra; ha llegado el tiempo de la poda, y la voz de la tórtola resuena en nuestra tierra,
Ασ. Ασ. 2,12 τὰ ἄνθη ὤφθη ἐν τῇ γῇ, καιρὸς τῆς τομῆς ἔφθακε, φωνὴ τῆς τρυγόνος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν,
Ασ. Ασ. 2,12 Τα άνθη έκαμαν την εμφάνισίν των εις την γην. Ο καιρός του κλαδεύματος έχει φθάσει. Η φωνή της τρυγόνος ξανακούστηκε πάλιν εις την χώραν μας.
13 la higuera ha dado sus primeros frutos; las viñas en flor difunden su perfume; levántate, ven, compañera mía, hermosa mía, paloma mía; ven,
Ασ. Ασ. 2,13 ἡ συκῆ ἐξήνεγκεν ὀλύνθους αὐτῆς, αἱ ἄμπελοι κυπρίζουσιν, ἔδωκαν ὀσμήν. ἀνάστα, ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου, καὶ ἐλθέ,
Ασ. Ασ. 2,13 Η συκιά έβγαλε τους ολύνθους της. Αι άμπελοι ανθίζουν και σκορπίζουν την ευωδίαν των. Σηκω, έλα συ η σύντροφός μου, η καλή μου, η περιστερά μου, έλα
14 paloma mía, refugiada en la protección de la roca, oculta entre los escondrijos del peñasco; déjame contemplar tu rostro y escuchar tu voz, porque tu voz es melodiosa y tu semblante rebosa hermosura.
Ασ. Ασ. 2,14 σὺ περιστερά μου, ἐν σκέπῃ τῆς πέτρας, ἐχόμενα τοῦ προτειχίσματος· δεῖξόν μοι τὴν ὄψιν σου, καὶ ἀκούτισόν με τὴν φωνήν σου, ὅτι ἡ φωνή σου ἡδεῖα, καὶ ἡ ὄψις σου ὡραία.
Ασ. Ασ. 2,14 συ το περιστέρι μου, που με συστολήν είσαι κρυμμένη κάτω από τον βράχον, κοντά στο τείχος. Δείξε μου την ωραίαν σου μορφήν. Καμε με να ακούσω την φωνήν σου, διότι η φωνή σου είναι γλυκεία και η όψις σου ωραία.
15 Prended para nosotros las pequeñas zorras que destruyen las viñas, porque nuestras viñas se hallan en plena floración y exhalan la promesa de sus frutos.
Ασ. Ασ. 2,15 πιάσατε ἡμῖν ἀλώπεκας μικροὺς ἀφανίζοντας ἀμπελῶνας, καὶ αἱ ἄμπελοι ἡμῶν κυπρίζουσιν.
Ασ. Ασ. 2,15 Πιάστε μας τα μικρά αλεπουδάκια, που καταστρέφουν τους αμπελώνας μας, τώρα που είναι αυτοί επάνω στο άνθος των.
16 Mi Amado es mío y yo soy suya; Él pastorea serenamente entre los lirios.
Ασ. Ασ. 2,16 ἀδελφιδός μου ἐμοί, κἀγὼ αὐτῷ, ὁ ποιμαίνων ἐν τοῖς κρίνοις,
Ασ. Ασ. 2,16 Ο αγαπητός μου είναι για μένα και εγώ είμαι γι αυτόν. Αυτός είναι ο ποιμήν στα στολισμένα με κρίνους λειδάδια.
17 Hasta que despunte la brisa del nuevo día y las sombras se desvanezcan, vuelve, Amado mío; cruza veloz como una gacela o un joven cervatillo sobre los montes de los barrancos y los profundos valles que aún nos separan.
Ασ. Ασ. 2,17 ἕως οὗ διαπνεύσῃ ἡ ἡμέρα καὶ κινηθῶσιν αἱ σκιαί. ἀπόστρεψον, ὁμοιώθητι σύ, ἀδελφιδέ μου, τῷ δόρκωνι ἢ νεβρῷ ἐλάφων ἐπὶ ὄρη κοιλωμάτων.
Ασ. Ασ. 2,17 Εως ότου σβήση η ημέρα και αρχίσουν να πέφτουν οι σκιές της νυκτός γύρισε, αγαπημένε μου, κοντά μου. Μοιάσε με το ζαρκάδι και το νεαρό ελάφι, που τρέχει στις χαράδρες των ορέων.
Capítulo 3 Άσμα ‘Ασμάτων 3
1 En mi lecho, durante la noche, busqué al que ama mi psique-alma; lo busqué y no lo hallé; lo llamé, pero no respondió a mi voz.
Ασ. Ασ. 3,1 Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν· ἐκάλεσα αὐτόν, καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.
Ασ. Ασ. 3,1 Επάνω εις την κλίνην μου κατά την νύκτα ανεζήτησα εκείνον, τον οποίον ηγάπησε και επόθησεν η ψυχή μου. Τον ανεζήτησα, και δεν τον ευρήκα. Τον εκάλεσα, αλλά δεν άκουσε την φωνήν μου.
2 Me levantaré sin demora y recorreré toda la ciudad; caminaré por sus plazas y sus calles en busca del Amado de mi psique-alma; lo busqué con ardor, pero aún no lo encontré.
[2 Me levantaré de mi lecho y
recorreré la ciudad;
atravesaré sus plazas y
sus calles en busca de Aquel
a quien ama mi alma;
lo busqué por todas partes,
pero no logré hallarlo.]
Ασ. Ασ. 3,2 ἀναστήσομαι δὴ καὶ κυκλώσω ἐν τῇ πόλει, ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ ἐν ταῖς πλατείαις, καὶ ζητήσω ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν.
Ασ. Ασ. 3,2 Θα σηκωθώ από την κλίνην μου, θα τριγυρίσω την πόλιν, τας αγοράς και τας πλατείας, και θα αναζητήσω εκείνον, που έχει αγαπήσει η ψυχή μου. Αλλά τον ανεζήτησα παντού, και δεν τον ευρήκα.
3 Los vigilantes que recorren la ciudad salieron a mi encuentro, y les pregunté: «¿Habéis visto al que ama mi psique-alma, al Novio de mi alma?»
Ασ. Ασ. 3,3 εὕροσάν με οἱ τηροῦντες, οἱ κυκλοῦντες ἐν τῇ πόλει. μὴ ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου ἴδετε;
Ασ. Ασ. 3,3 Με συνήντησαν οι φύλακες, που περιπολούν την πόλιν, και τους ηρώτησα μήπως είδατε εκείνον, τον οποίον αγαπά η καρδιά μου;
4 Apenas me había alejado de ellos, hasta encontrar al que amó mi alma; lo abracé y ya no lo solté, hasta conducirlo a la casa de mi madre, y a la más íntima habitación de la que me concibió.
Ασ. Ασ. 3,4 ὡς μικρὸν ὅτε παρῆλθον ἀπ᾿ αὐτῶν, ἕως οὗ εὗρον ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐκράτησα αὐτὸν καὶ οὐκ ἀφῆκα αὐτόν, ἕως οὗ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς οἶκον μητρός μου καὶ εἰς ταμιεῖον τῆς συλλαβούσης με.
Ασ. Ασ. 3,4 Απεμακρύνθην ολίγον από αυτούς. Συνέχισα την αναζήτησίν μου, έως ότου ευρήκα εκείνον, τον οποίον ηγάπησεν η ψυχή μου. Τον εκράτησα με τα χέρια μου, δεν τον αφήκα, έως ότου τον έφερα μέσα στο σπίτι της μητρός μου, στο εσωτερικόν δωμάτιον εκείνης, που με έχει γεννήσει.
5 Os conjuro, hijas de Jerusalén, por las fuerzas y por los poderes del campo: no despertéis el amor ni lo inquietéis antes de que él mismo lo quiera.
5 ¡Oh hijas de Jerusalén!,
os conjuré y os conjuro
por las misteriosas y vivificantes fuerzas
de la naturaleza y de los campos:
no despertéis, ni turbéis mi agapi.
dejadlo dormir cuanto quiera.
Ασ. Ασ. 3,5 ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν ταῖς δυνάμεσι καὶ ἐν ταῖς ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ, ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως ἂν θελήσῃ.
Ασ. Ασ. 3,5 Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, σας εξόρκισα και σας εξορκίζω εις τας μυστηριώδεις και ζωογόνους δυνάμεις της φύσεως και των αγρών, να μη εξυπνήσετε, να μη ανησυχήσετε την αγάπην μου. Αφήσατέ την να κοιμηθή, όσον θέλει.
6 ¿Quién es esta que sube del desierto como columnas de humo, perfumada con mirra y con incienso, con todos los aromas preciosos que prepara el perfumista?
Ασ. Ασ. 3,6 Τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα ἀπὸ τῆς ἐρήμου ὡς στελέχη καπνοῦ τεθυμιαμένη σμύρναν καὶ λίβανον ἀπὸ πάντων κονιορτῶν μυρεψοῦ;
Ασ. Ασ. 3,6 Ποιά είναι αυτή, που ανεβαίνει από την έρημον σαν ανάερη στήλη θυμιάματος σμύρνας και λιβάνου και όλων των ευωδών ουσιών, που κατασκευάζει ο μυροποιός;
7 He aquí el lecho de Salomón, en torno a él permanecen sesenta guerreros escogidos entre los más valientes de Israel,
Ασ. Ασ. 3,7 ἰδοὺ ἡ κλίνη τοῦ Σαλωμών, ἑξήκοντα δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς ἀπὸ δυνατῶν Ἰσραήλ,
Ασ. Ασ. 3,7 Ιδού το μεγαλοπρεπές φορείον του Σολομώντος. Εξήντα δυνατοί άνδρες από τους ισχυρούς του Ισραήλ ολόγυρα από αυτό.
8 todos empuñan la espada, adiestrados en el arte de la guerra; cada uno lleva su espada sobre su muslo, vigilando contra los espantos y terrores que acechan en la noche.
Ασ. Ασ. 3,8 πάντες κατέχοντες ῥομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον, ἀνὴρ ῥομφαία αὐτοῦ ἐπὶ μηρὸν αὐτοῦ ἀπὸ θάμβους ἐν νυξί.
Ασ. Ασ. 3,8 Ολοι κρατούν ρομφαίαν. Εχουν γυμνασθή στον πόλεμον. Ο καθένας τους φέρει ζωσμένην την ρομφαίαν και κρεμασμένην στον μηρόν του, έτοιμος να την χρησιμοποίηση δια κάθε αιφνίδιον νυκτερινόν κίνδυνον.
9 El rey Salomón preparó para sí una magnífica camilla, labrada con los cedros perfumados del Líbano;
Ασ. Ασ. 3,9 φορεῖον ἐποίησεν ἑαυτῷ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἀπὸ ξύλων τοῦ Λιβάνου·
Ασ. Ασ. 3,9 Κατεσκεύασεν ο Σολομών φορείον δια τον εαυτόν του από τα ευώδη ξύλα του Λιβάνου.
10 sus columnas las hizo de plata; su respaldo, de oro; su asiento, revestido de púrpura; su interior, enlosado de agapi regalada por las hijas de Jerusalén.
Ασ. Ασ. 3,10 στύλους αὐτοῦ ἐποίησεν ἀργύριον καὶ ἀνάκλιτον αὐτοῦ χρύσεον· ἐπίβασις αὐτοῦ πορφυρᾶ, ἐντὸς αὐτοῦ λιθόστρωτον, ἀγάπην ἀπὸ θυγατέρων Ἱερουσαλήμ.
Ασ. Ασ. 3,10 Οι κίονες του φορείου του είναι αργυροί, το ανάκλιντρον ολόχρυσον, τα στηρίγματα αυτού ολοπόρφυρα. Μέσα στο φορείον κεντητόν, ψηφιδωτόν, λαμπρόν δάπεδον, έργον και δώρον της αγάπης των θυγατέρων της Ιερουσαλήμ.
11 Salid, hijas de Sión, y contemplad al rey Salomón con la corona con que su madre lo coronó el día de sus bodas, el día en que su corazón rebosó de alegría y gozo.
Ασ. Ασ. 3,11 θυγατέρες Σιών, ἐξέλθατε καὶ ἴδετε ἐν τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν ἐν τῷ στεφάνῳ, ᾧ ἐστεφάνωσεν αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ νυμφεύσεως αὐτοῦ καὶ ἐν ἡμέρᾳ εὐφροσύνης καρδίας αὐτοῦ.
Ασ. Ασ. 3,11 Θυγατέρες της Σιών, εβγάτε και ίδετε τον βασιλέα Σολομώντα φέροντα εις την κεφαλήν του στεφανον, με τον οποίον τον εστεφάνωσεν η μητέρα του κατά την ημέραν του γάμου του, κατά την ημέραν που ηγαλλίασε και ευφράνθη η καρδία του.
Capítulo 4 Άσμα ‘Ασμάτων 4
1 ¡Qué hermosa eres, amada mía; sí, ¡qué hermosa eres! Tus ojos resplandecen como palomas tras el velo de tu rostro; tu cabellera cae como un rebaño de cabras que desciende armoniosamente por las laderas del monte Galaad.
1 ¡Qué hermosa eres,
compañera de mi vida;
sí, ¡qué hermosa eres!
Tus ojos son como dos palomas
tras el transparente velo de tu rostro;
tu cabellera se asemeja
a rebaños de cabras
que descienden ondulantes
desde las montañas de Galaad.
Ασ. Ασ. 4,1 Ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή. ὀφθαλμοί σου περιστεραὶ ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου. τρίχωμά σου ὡς ἀγέλαι τῶν αἰγῶν, αἳ ἀπεκαλύφθησαν ἀπὸ τοῦ Γαλαάδ.
Ασ. Ασ. 4,1 Ιδού, είσαι ωραία συ, η σύντροφος της ζωής μου. Είσαι ωραία. Τα μάτια σου είναι ωσάν δύο περιστέρια, πίσω από την διαφανή καλύπτραν του προσώπου σου. Αι τρίχες της κεφαλής σου μοιάζουν με τας αγέλας των αιγών, αι οποίαι εφάνησαν, να έρχωνται σαν κύματα από την Γαλαάδ.
2 Tus dientes son como un rebaño de ovejas recién esquiladas que suben del lavadero; todas tienen mellizas, o todas formando parejas y ninguna entre ellas está privada de crías.
Ασ. Ασ. 4,2 ὀδόντες σου ὡς ἀγέλαι τῶν κεκαρμένων, αἳ ἀνέβησαν ἀπὸ τοῦ λουτροῦ, αἱ πᾶσαι διδυμεύουσαι, καὶ ἀτεκνοῦσα οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς.
Ασ. Ασ. 4,2 Τα δόντια σου είναι λευκά, ωσάν τας αγέλας των φρεσκοκουρεμένων προβάτων, που εξήλθαν μόλις προ ολίγου αυτό το λουτρόν. Ολαι με δίδυμα, κανένα από αυτά δεν μένει στείρον.
3 Tus labios son como un fino cordón de escarlata, y la dulzura de tu voz cautiva y hermosa; tus mejillas resplandecen como un racimo de granada tras el velo que vela suavemente tu rostro.
Ασ. Ασ. 4,3 ὡς σπαρτίον τὸ κόκκινον χείλη σου, καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία, ὡς λέπυρον ῥοᾶς μῆλόν σου ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου.
Ασ. Ασ. 4,3 Τα χείλη σου είναι ωσάν το κόκκινο σειρίτι, και η λαλιά σου ωραία. Καθε παρειά σου, πίσω από την διαφανή καλύπτραν του προσώπου σου, μοιάζει με ροδαλόν ήμισυ τμήμα ροδιού.
4 Tu cuello se alza como la torre de David, construida como inexpugnable fortaleza; de sus muros cuelgan mil escudos, todas las armas de los héroes y de los fuertes.
Ασ. Ασ. 4,4 ὡς πύργος Δαυΐδ τράχηλός σου, ὁ ᾠκοδομημένος εἰς θαλπιώθ· χίλιοι θυρεοὶ κρέμανται ἐπ᾿ αὐτόν, πᾶσαι βολίδες τῶν δυνατῶν.
Ασ. Ασ. 4,4 Ο τράχηλός σου μοιάζει σαν τον ωραίον υψηλόν πύργον του Δαβίδ, ο οποίος έχει οικοδομηθή εις περίοπτον θέσιν. Χιλιαι μεγάλαι ασπίδες κρέμονται από αυτόν· πλήθος βέλη και ακόντια δια τους στρατιώτας.
5 Tus dos pechos son como dos tiernos cervatillos gemelos de gacela, que descansan y pacen entre los lirios.
Ασ. Ασ. 4,5 δύο μαστοί σου ὡς δύο νεβροὶ δίδυμοι δορκάδος οἱ νεμόμενοι ἐν κρίνοις.
Ασ. Ασ. 4,5 Οι δύο μαστοί σου μοιάζουν σαν δυό νεβρούς, δίδυμα ζαρκάδια, που βόσκουν ανάμεσα εις τα κρίνα.
6 Hasta que despunte plenamente el día y se disipen las sombras, iré a la colina de la mirra, hacia el monte del Líbano.
Ασ. Ασ. 4,6 ἕως οὗ διαπνεύσῃ ἡμέρα καὶ κινηθῶσιν αἱ σκιαί, πορεύσομαι ἐμαυτῷ πρὸς τὸ ὄρος τῆς σμύρνης καὶ πρὸς τὸν βουνὸν τοῦ Λιβάνου.
Ασ. Ασ. 4,6 Μέχρις ότου αρχίση να σβήνη η ημέρα και να πίπτουν αι σκιαι της νυκτός, θα μεταβώ εγώ στον λόφον της σμύρνας, προς το βουνό του Λιβάνου.
7 Toda hermosa eres, compañera de mi vida, y no hay defecto alguno en ti.
Ασ. Ασ. 4,7 ὅλη καλὴ εἶ, πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί.
Ασ. Ασ. 4,7 Συντροφέ μου, όλη είσαι ωραία. Δεν υπάρχει κανένα ψεγάδι εις σέ.
8 Ven desde el Líbano, Novia; ven desde el Líbano; descenderás y pasarás desde la cumbre de la fe, desde la cima del Sanir y del Hermón, desde las madrigueras de los leones, desde los montes de los leopardos.
Ασ. Ασ. 4,8 δεῦρο ἀπὸ Λιβάνου, νύμφη, δεῦρο ἀπὸ Λιβάνου· ἐλεύσῃ καὶ διελεύσῃ ἀπὸ ἀρχῆς πίστεως, ἀπὸ κεφαλῆς Σανὶρ καὶ Ἐρμών, ἀπὸ μανδρῶν λεόντων, ἀπὸ ὀρέων παρδάλεων.
Ασ. Ασ. 4,8 Ελα κοντά μου από τον Λιβανον, ω νύμφη μου. Φυγε από τον Λιβανον και έλα. Ελα προσπέρασε την υψηλήν κορυφήν του βουνού, την κορυφήν του Σανίρ και του Ερμών, όπου υπάρχουν τα κρησφύγετα των λεόντων, το όρη όπου φωληάζουν αι παρδάλεις.
9 Has robado nuestro corazón, hermana mía, Novia; lo has cautivado con una sola mirada de tus ojos y con un solo adorno de tu cuello.
Ασ. Ασ. 4,9 ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἀδελφή μου νύμφη· ἐκαρδίωσας ἡμᾶς ἑνὶ ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου, ἐν μιᾷ ἐνθέματι τραχήλων σου.
Ασ. Ασ. 4,9 Αδελφή μου και νύμφη μου, αιχμαλώτισες την καρδίαν μας. Με ένα βλέμμα των οφθαλμών σου αιχμαλώτισες τας καρδίας μας· με ένα από τα κοσμήματα του τραχήλου σου.
10 ¡Qué hermosos son tus pechos, hermana mía, Novia! ¡Más deliciosos que el vino son tus pechos, y la fragancia de tus vestidos sobrepasa todos los perfumes!
Ασ. Ασ. 4,10 τί ἐκαλλιώθησαν μαστοί σου, ἀδελφή μου νύμφη; τί ἐκαλλιώθησαν μαστοί σου ἀπὸ οἴνου, καὶ ὀσμὴ ἱματίων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα;
Ασ. Ασ. 4,10 Νυμφη και αδελφή μου, διατί είναι τόσον ωραία τα στήθη σου; Διατί οι μαστοί σου είναι μεθυστικώτεροι από τον οίνον και η ευωδία των ενδυμάτων σου ανωτέρα από όλα τα αρώματα;
11 Tus labios, oh Novia, destilan panal de miel; miel y leche reposan bajo tu lengua, y la fragancia de tus vestidos es como la fragancia del Líbano.
Ασ. Ασ. 4,11 κηρίον ἀποστάζουσι χείλη σου, νύμφη· μέλι καὶ γάλα ὑπὸ τὴν γλῶσσάν σου, καὶ ὀσμὴ ἱματίων σου ὡς ὀσμὴ Λιβάνου.
Ασ. Ασ. 4,11 Μέλι κηρήθρας στάζουν τα χείλη σου, ω νύμφη μου. Μέλι και γάλα ρέουν, οι γλυκείς λόγοι σου, κάτω από την γλώσσαν σου. Το άρωμα των ιματίων σου είναι ωσάν την ευωδίαν του Λιβάνου.
12 Huerto cerrado eres, hermana mía, novia mía; jardín preservado para el Amado, fuente sellada de aguas puras y vivificantes.
Ασ. Ασ. 4,12 κῆπος κεκλεισμένος, ἀδελφή μου νύμφη, κῆπος κεκλεισμένος, πηγὴ ἐσφραγισμένη.
Ασ. Ασ. 4,12 Αδελφή μου και νύμφη μου, σεμνή και ωραία, είσαι κήπος κλεισμένος, κήπος κλεισμένος και πηγή εσφραγισμένη.
13 De ti brotan renuevos que son un paraíso de granados, rebosante de frutos preciosos, de alheñas (plantas perfumadas) y de nardos perfumados.
13 Los renuevos que brotan en tu huerto
son como espléndidos granados,
cuyos frutos penden
de sus ramas más elevadas;
parecen una viña en flor,
aleñas y nardos fragantes.
Ασ. Ασ. 4,13 ἀποστολαί σου παράδεισος ῥοῶν μετὰ καρποῦ ἀκροδρύων, κύπροι μετὰ νάρδων,
Ασ. Ασ. 4,13 Τα βλαστάνοντα στον κήπον σου, είναι ωσάν ωραίες ροδιές με κρεμασμένους τους καρπούς των εις τα ακρινά βλαστάρια των. Μοιάζουν με ανθισμένο αμπέλι και νάρδους.
14 Nardo y azafrán perfuman tu jardín; cálamo y canela crecen junto a todos los árboles del Líbano; mirra y áloe derraman su fragancia con las más preciosas esencias.
Ασ. Ασ. 4,14 νάρδος καὶ κρόκος, κάλαμος καὶ κιννάμωμον μετὰ πάντων ξύλων τοῦ Λιβάνου, σμύρνα ἀλὼθ μετὰ πάντων πρώτων μύρων.
Ασ. Ασ. 4,14 Αρωματικός νάρδος και κρόκος ανθούν εκεί, κανέλλα και κιννάμωμον και όλα τα δένδρα του Λιβάνου, η αρωματική σμύρνα, η αλόη και όλα τα εξαίρετα μύρα.
15 Fuente del jardín y fuente profunda de agua viva, cuyas aguas fluyen impetuosas desde el Líbano.
Ασ. Ασ. 4,15 πηγὴ κήπου καὶ φρέαρ ὕδατος ζῶντος καὶ ῥοιζοῦντος ἀπὸ τοῦ Λιβάνου.
Ασ. Ασ. 4,15 Μέσα στον κήπον υπάρχει φρέαρ και πηγή, που αναβλύζει ολοδροσον νερό· καταρράκτης, που με βουητό κατεβαίνει από τον Λιβανον.
16 ¡Levántate, viento del norte, y ven, viento del sur! Sopla sobre mi jardín, y que se derramen sus aromas. Que mi amado descienda a su jardín y coma de sus frutos exquisitos.
Ασ. Ασ. 4,16 Ἐξεγέρθητι, βοῤῥᾶ, καὶ ἔρχου, νότε, διάπνευσον κῆπόν μου, καὶ ῥευσάτωσαν ἀρώματά μου· καταβήτω ἀδελφιδός μου εἰς κῆπον αὐτοῦ καὶ φαγέτω καρπὸν ἀκροδρύων αὐτοῦ.
Ασ. Ασ. 4,16 Σηκω άνεμε του βορρά, έλα και συ άνεμε του νότου, πνεύσατε στον κήπον μου. Ας διαλυθούν παντού τα αρώματά μου, ας κατεβή ο αγαπητός μου στον κήπον μου και ας φάγη τους ωρίμους καρπούς, που κρέμονται από τους βλαστούς των δένδρων μου.
Capítulo 5 Άσμα ‘Ασμάτων 5
1 Ya he entrado en mi jardín, hermana mía, Novia; he recogido la mirra y los perfumes; he gustado el pan con la miel y he bebido el vino con la leche; venid, compañeros de mi vida; comed, bebed y saciaos hasta rebosar de alegría y amor divino, amigos.
Ασ. Ασ. 5,1 Εἰσῆλθον εἰς κῆπόν μου, ἀδελφή μου νύμφη, ἐτρύγησα σμύρναν μου μετὰ ἀρωμάτων μου, ἔφαγον ἄρτον μου μετὰ μέλιτός μου, ἔπιον οἶνόν μου μετὰ γάλακτός μου· φάγετε, πλησίοι, καὶ πίετε καὶ μεθύσθητε, ἀδελφοί.
Ασ. Ασ. 5,1 Εισήλθον σαν νοικοκύρης στον κήπον σου, νύμφη και αδελφή μου. Ετρύγησα μόνος μου την σμύρναν μου με τα πολλά της αρώματα. Εφαγα άρτον και μέλι, έπια τον οίνον μου και το γάλα μου και σεις φίλοι μου φάγετε, πίετε, χορτάσατε, ευφρανθήτε, αδελφοί μου.
2 Yo duermo, pero mi corazón permanece en vela; es la voz de mi amado, mi amado que llama a la puerta: «Ábreme, hermana mía, compañera de mi vida, paloma mía, perfecta mía, porque mi cabeza está empapada de rocío y mis rizos de las gotas de la noche».
Ασ. Ασ. 5,2 Ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ. φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου κρούει ἐπὶ τὴν θύραν. Ἄνοιξόν μοι, ἀδελφή μου, ἡ πλησίον μου, περιστερά μου, τελεία μου, ὅτι ἡ κεφαλή μου ἐπλήσθη δρόσου καὶ οἱ βόστρυχοί μου ψεκάδων νυκτός.
Ασ. Ασ. 5,2 Εγώ κοιμώμαι, αλλά η καρδιά μου αγρυπνεί. Ακούεται η φωνή του αγαπητού μου, κρούει την θύραν μου. Ανοιξε αδελφή μου, σύντροφέ μου, περιστερά μου, συ η κατά πάντα ωραία μου, διότι το κεφάλι μου εγέμισε από την δρόσον και οι βόστρυχοί μου από τας σταγόνας της νυκτός.
3 Ya me he quitado la túnica; ¿cómo volveré a vestirla? Ya he lavado mis pies; ¿cómo volveré a mancharlos?
Ασ. Ασ. 5,3 Ἐξεδυσάμην τὸν χιτῶνά μου, πῶς ἐνδύσομαι αὐτόν; ἐνιψάμην τοὺς πόδας μου, πῶς μολυνῶ αὐτούς;
Ασ. Ασ. 5,3 Εγώ έχω βγάλει ήδη τον χιτώνα μου, πως να τον φορέσω και πάλιν; Επλυνα τους πόδας μου, πως να τους λερώσω πάλιν;
4 Mi amado tendió su mano por la abertura de la puerta, y todo mi ser se estremeció de amor por él.
Ασ. Ασ. 5,4 ἀδελφιδός μου ἀπέστειλε χεῖρα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀπῆς, καὶ ἡ κοιλία μου ἐθροήθη ἐπ᾿ αὐτόν.
Ασ. Ασ. 5,4 Ο αγαπητός μου άπλωσε το χέρι του από κάποιαν οπήν, δια να ανοίξη την θύραν μου, και η καρδιά μου συνεκινήθη από αυτόν και εθερμάνθη.
5 Me levanté para abrir a mi amado, y mis manos derramaban mirra; mis dedos destilaban abundante perfume sobre las manijas del cerrojo.
Ασ. Ασ. 5,5 ἀνέστην ἐγὼ ἀνοῖξαι τῷ ἀδελφιδῷ μου, χεῖρές μου ἔσταξαν σμύρναν, δάκτυλοί μου σμύρναν πλήρη ἐπὶ χεῖρας τοῦ κλείθρου.
Ασ. Ασ. 5,5 Εσηκώθην εγώ, δια να ανοίξω στον αγαπημένον μου αδελφόν. Τα χέρια μου έσταζαν από ευώδη σμύρναν, τα δάκτυλά μου έσταζαν σμύρναν εις την λαβήν του κλειδιού της θύρας.
6 Cuando abrí la puerta a mi amado, él ya se había alejado; mi psique-alma quedó arrebatada por su logos; lo busqué sin hallarlo; lo llamé por su nombre, pero no me respondió.
Ασ. Ασ. 5,6 ἤνοιξα ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου· ἀδελφιδός μου παρῆλθε. ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ. ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν, ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.
Ασ. Ασ. 5,6 Ανοιξα εγώ στον αγαπημένον μου αδελφόν. Αλλά ο αγαπητός μου είχε περάσει και φύγει. Η ψυχή μου σαν να έσβησε μέσα μου από το γεγονός αυτό. Δεν τον είδα. Τον ανεζήτησα και δεν τον ευρήκα. Τον εφώναξα με το όνομά του και εκείνος δεν μου απήντησεν.
7 Salí de casa para buscarlo; los guardianes que recorren la ciudad me encontraron; me golpearon y me dejaron herida; los guardianes de las murallas me arrancaron el velo que me cubría.
Ασ. Ασ. 5,7 εὕροσάν με οἱ φύλακες οἱ κυκλοῦντες ἐν τῇ πόλει, ἐπάταξάν με, ἐτραυμάτισάν με· ἦραν τὸ θέριστρόν μου ἀπ᾿ ἐμοῦ φύλακες τῶν τειχέων.
Ασ. Ασ. 5,7 Εξήλθα από το σπίτι, δια να τον αναζητήσω. Με συνήντησαν οι περιπολούντες νυχτοφύλακες εις την πόλιν, με εκτύπησαν, με ετραυμάτισαν, αφήρεσαν την καλύπτραν του προσώπου μου οι φύλακες των τειχών της πόλεως.
8 Os pongo bajo juramento, oh, hijas de Jerusalén, por todas las fuerzas y potestades del campo: si encontráis a mi novio o amado, anunciadle que vivo herida de agapi-amor por él.
8 Oh, hijas de Jerusalén,
os conjuro por las fuerzas de la naturaleza
y por las bellezas del campo;
si encontráis a mi amado,
decidle que estoy herida de agapi-amor por él.
Ασ. Ασ. 5,8 ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν ταῖς δυνάμεσι καὶ ἐν ταῖς ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ· ἐὰν εὕρητε τὸν ἀδελφιδόν μου, τί ἀπαγγείλητε αὐτῷ; ὅτι τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ εἰμι.
Ασ. Ασ. 5,8 Ω θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, σας εξορκίζω εις τας δυνάμεις της φύσεως και εις τας ωραιότητας του αγρού, εάν συναντήσετε τον αγαπημένον μου αδελφόν, τι θα αναγγείλετε εις αυτόν; Είπατέ του, ότι είμαι εγώ πληγωμένη από την αγάπην του.
9 ¿En qué supera tu amado a todos los demás, oh, la más hermosa entre las mujeres? ¿Qué posee tu amado para que nos hayas conjurado con tanta insistencia?
Ασ. Ασ. 5,9 Τί ἀδελφιδός σου ἀπὸ ἀδελφιδοῦ, ἡ καλὴ ἐν γυναιξί; τί ἀδελφιδός σου ἀπὸ ἀδελφιδοῦ, ὅτι οὕτως ὥρκισας ἡμᾶς;
Ασ. Ασ. 5,9 Τι διαφέρει ο αγαπητός σου από άλλους αγαπητούς νέους, ω ωραία μεταξύ των γυναικών; Τι διάφορα χαρακτηριστικά έχει ο αγαπητός σου από άλλον αγαπητόν, ώστε να μας εξορκιζης κατ’ αυτόν τον τρόπον;
10 Mi amado es blanco resplandeciente y sonrosado; sobresale entre miríadas de jóvenes;
Ασ. Ασ. 5,10 Ἀδελφιδός μου, λευκὸς καὶ πυῤῥός, ἐκλελοχισμένος ἀπὸ μυριάδων·
Ασ. Ασ. 5,10 Ο αγαπημένος μου αδελφός είναι λευκός και ροδαλός, εκλεκτός και περίβλεπτος μεταξύ μυριάδων νέων.
11 su cabeza resplandece como el oro más puro; sus cabellos caen como ramas de palmera, negros como las alas del cuervo;
Ασ. Ασ. 5,11 κεφαλὴ αὐτοῦ χρυσίον καιφάζ, βόστρυχοι αὐτοῦ ἐλάται, μέλανες ὡς κόραξ·
Ασ. Ασ. 5,11 Η κεφαλή του είναι χρυσός καθαρός. Πυκνοί και κυματιστοί οι βόστρυχοί του, ωσάν το πυκνόφυλλον έλατον, μαύροι ωσάν τον κόρακα.
12 sus ojos son como palomas junto a caudalosas corrientes de agua, bañadas en leche y reposando junto a aguas abundantes;
Ασ. Ασ. 5,12 ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς περιστεραὶ ἐπὶ πληρώματα ὑδάτων λελουσμέναι ἐν γάλακτι, καθήμεναι ἐπὶ πληρώματα·
Ασ. Ασ. 5,12 Τα μάτια του μοιάζουν σαν περιστέρια, που κάθονται κοντά εις δεξαμενάς γεμάτας νερό, ολόλευκα σαν λουσμένα με γάλα.
13 sus mejillas son como jardines de perfumes donde florecen las plantas aromáticas; sus labios, lirios que destilan abundante mirra;
Ασ. Ασ. 5,13 σιαγόνες αὐτοῦ ὡς φιάλαι τοῦ ἀρώματος φύουσαι μυρεψικά· χείλη αὐτοῦ κρίνα στάζοντα σμύρναν πλήρη·
Ασ. Ασ. 5,13 Σαν φιάλαι αρώματος αι δύο παρειαί του, από τας οποίας φυτρώνει το γένειόν του σαν πρασιά αρωματωδών φυτών. Τα χείλη του ομοιάζουν με τα κρίνα, που αποστάζουν πολύτιμον ανόθευτον σμύρναν.
14 sus manos son obras de oro finamente cinceladas, adornadas con piedras de Tarsis; su cuerpo es como marfil resplandeciente sobre zafiro;
Ασ. Ασ. 5,14 χεῖρες αὐτοῦ τορευταὶ χρυσαῖ πεπληρωμέναι Θαρσίς· κοιλία αὐτοῦ πυξίον ἐλεφάντινον ἐπὶ λίθου σαπφείρου·
Ασ. Ασ. 5,14 Ωραίαι και σαν να έχουν τορναρισθή με τόρνον αι χείρες του, χρυσαί ωσάν το χρυσίον Θαρσίς. Το σώμα του σαν από ελεφαντοστούν, διάστικτον με πολιτίμους λίθους σαπφείρου.
15 sus piernas son columnas de mármol cimentadas sobre pedestales de oro; su presencia se eleva bella como el Líbano, sublime como sus cedros más escogidos.
15 Sus piernas son como columnas de mármol,
asentadas sobre bases de oro;
su aspecto entero es hermoso,
como el Líbano;
es escogido entre todos los hombres,
como el cedro entre los demás árboles;
Ασ. Ασ. 5,15 κνῆμαι αὐτοῦ στῦλοι μαρμάρινοι τεθεμελιωμένοι ἐπὶ βάσεις χρυσᾶς· εἶδος αὐτοῦ ὡς Λίβανος, ἐκλεκτὸς ὡς κέδροι·
Ασ. Ασ. 5,15 Αι κνήμαι του μαρμάρινοι στύλοι, που στηρίζονται εις χρυσάς βάσεις. Η όλη του εμφάνισις ωραία, όπως ο Λιβανος. Είναι εκλεκτός μεταξύ όλων των ανθρώπων, όπως η κέδρος μεταξύ των άλλων δένδρων.
16 Su boca es toda dulzura, y todo él es plenamente deseable; éste es mi amado; éste es mi compañero de vida, hijas de Jerusalén.
16 Sus logos son dulces
y todo él es encantador y deseable.
¡Oh hijas de Jerusalén!,
así es mi amado,
así es mi compañero.
Ασ. Ασ. 5,16 φάρυγξ αὐτοῦ γλυκασμοὶ καὶ ὅλος ἐπιθυμία· οὗτος ἀδελφιδός μου καὶ οὗτος πλησίον μου, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ.
Ασ. Ασ. 5,16 Οι λόγοι του λάρυγγός του γλυκείς. Είναι εξ ολοκλήρου εράσμιος και ποθητός. Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, τέτοιος είναι ο αγαπημένος μου αδελφός, τέτοιος είναι ο σύντροφός μου.
Capítulo 6 Άσμα ‘Ασμάτων 6
1 ¿Adónde se ha ido tu amado, tú la más hermosa entre las mujeres? ¿Hacia dónde dirigió sus pasos tu amado? Iremos contigo a buscarlo.
1 Las hijas de Jerusalén le preguntan:
«¿Adónde ha ido tu amado,
oh la más hermosa entre las mujeres?
¿Qué camino ha tomado tu amado?
Dínoslo,
para que vayamos contigo
a buscarlo y encontrarlo.»
Ασ. Ασ. 6,1 Ποῦ ἀπῆλθεν ὁ ἀδελφιδός σου, ἡ καλὴ ἐν γυναιξί; ποῦ ἀπέβλεψεν ὁ ἀδελφιδός σου; καὶ ζητήσομεν αὐτὸν μετὰ σοῦ.
Ασ. Ασ. 6,1 Αι θυγατέρες της Ιερουσαλήμ την ερωτούν· Που επήγεν ο αγαπημένος σου αδελφός, ω ωραία μεταξύ των γυναικών; Ποίαν κατεύθυνσιν επήρεν ο αδελφός σου; Πές μας, δια να τον αναζητήσωμεν μαζή με σένα και τον ανεύρωμεν.
2 Mi amado bajó a su jardín, a las huertas perfumadas, para apacentar su rebaño entre los jardines y recoger lirios.
Ασ. Ασ. 6,2 Ἀδελφιδός μου κατέβη εἰς κῆπον αὐτοῦ εἰς φιάλας τοῦ ἀρώματος ποιμαίνειν ἐν κήποις καὶ συλλέγειν κρίνα.
Ασ. Ασ. 6,2 Ο αγαπητός μου κατέβη στον κήπον του, εις τας πρασιάς των αρωματικών ανθέων. Περιπατεί στους κήπους, συλλέγει κρίνα.
3 Yo pertenezco por entero a mi amado, y mi amado se entrega a mí; él apacienta entre los lirios.
Ασ. Ασ. 6,3 ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου, καὶ ἀδελφιδός μου ἐμοί, ὁ ποιμαίνων ἐν τοῖς κρίνοις.
Ασ. Ασ. 6,3 Εγώ ανήκω στον αγαπημένον μου αδελφόν και εκείνος ανήκει εις εμέ. Αυτός είναι, που ποιμαίνει τα πρόβατά του μέσα εις τα κρίνα.
4 ¡Qué hermosa eres, compañera de mi vida! Eres como la complacencia de Dios, bella como Jerusalén e imponente como ejércitos dispuestos en perfecta formación.
4 ¡Qué hermosa eres tú,
compañera de mi vida,
como un beneplácito,
como un deseo agradable;
eres bella como Jerusalén
e inspiras admiración
como los ejércitos
formados en orden de batalla.
Ασ. Ασ. 6,4 Καλὴ εἶ, ἡ πλησίον μου, ὡς εὐδοκία, ὡραία ὡς Ἱερουσαλήμ, θάμβος ὡς τεταγμέναι.
Ασ. Ασ. 6,4 Ωραία είσαι συ, σύντροφέ μου, ωσάν ευάρεστος και καλή επιθυμία, ωραία, όπως η Ιερουσαλήμ. Εμπνέεις θαυμασμόν ωσάν τας παρατεταγμένας προς πόλεμον στρατιωτικάς δυνάμεις.
5 Aparta de mí tus ojos, porque ellos con tu encanto me han dado alas; tu cabellera se asemeja a los rebaños de cabras que ondulan al descender de los montes de Galaad.
Ασ. Ασ. 6,5 ἀπόστρεψον ὀφθαλμούς σου ἀπεναντίον μου, ὅτι αὐτοὶ ἀνεπτέρωσάν με. τρίχωμά σου ὡς ἀγέλαι τῶν αἰγῶν, αἳ ἀνεφάνησαν ἀπὸ τοῦ Γαλαάδ.
Ασ. Ασ. 6,5 Γυρισε αλλού, μακράν από εμέ τα μάτια σου, διότι αυτά με την μαγείαν των με ανεπτέρωσαν. Αι τρίχες της κεφαλής σου ομοιάζουν με κοπάδια αιγών, που έχουν αναφανή από την περιοχήν του Γαλαάδ.
6 Tus dientes son como rebaños de ovejas recién esquiladas que ascienden del lavadero; todas llevan gemelos, y entre ellas no hay ninguna estéril.
6 Tus blanquísimos dientes
se asemejan a rebaños de ovejas recién esquiladas,
que acaban de salir del baño,
limpias y resplandecientes;
todas llevan gemelos;
ninguna hay estéril entre ellas.
Ασ. Ασ. 6,6 ὀδόντες σου ὡς ἀγέλαι τῶν κεκαρμένων, αἳ ἀνέβησαν ἀπὸ τοῦ λουτροῦ, αἱ πᾶσαι διδυμεύουσαι, καὶ ἀτεκνοῦσα οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς.
Ασ. Ασ. 6,6 Τα ολόλευκα δόντια σου ομοιάζουν με κοπάδια φρεσκοκουρευμένων λευκών προβάτων, τα οποία μόλις τώρα εβγήκαν από το λουτρόν και είναι καθαρά και λευκά. Ολαι αι αμνάδες έχουν δίδυμα, καμμία στείρα δεν υπάρχει ανάμεσα εις αυτάς.
7 Tus labios semejan un delicado hilo de escarlata, y tu voz rebosa hermosura; tus mejillas son como una granada abierta que se adivina tras el velo.
7 Tus labios son como un hilo de escarlata,
y tu hablar, hermoso y lleno de jaris, gracia;
tus mejillas,
tras el transparente velo de tu rostro,
parecen la sonrosada mitad de una granada.
Ασ. Ασ. 6,7 ὡς σπαρτίον τὸ κόκκινον χείλη σου καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία, ὡς λέπυρον τῆς ῥοᾶς μῆλόν σου ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου.
Ασ. Ασ. 6,7 Ωσάν κόκκινο σειρήτι τα χείλη σου, ωραία και γεμάτη χάριν η λαλιά σου. Καθε παρειά σου, πίσω από την διαφανή καλύπτραν, φαίνεται σαν το ροδοκκόκινο ήμισυ ροδιού.
8 Sesenta son las reinas, ochenta las concubinas y las doncellas son innumerables.
Ασ. Ασ. 6,8 ἑξήκοντά εἰσι βασίλισσαι, καὶ ὀγδοήκοντα παλλακαί, καὶ νεάνιδες ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός.
Ασ. Ασ. 6,8 Εξήκοντα βασίλισσαι είναι δια τους βασιλείς του κόσμου και ογδόηκοντα σύζυγοι δευτέρας σειράς και αναρίθμητοι άλλαι νεάνιδες προσφέρονται εις αυτούς.
9 Una sola es mi paloma, mi perfecta; única para su madre, la predilecta de quien la dio a luz; las doncellas la vieron y la proclamaron bienaventurada; las reinas y también las concubinas la alabarán, y seguirán diciendo:
9 Para mí, una sola es mi paloma,
perfecta y única para mí;
la hija única de su madre,
la predilecta de aquella que la dio a luz;
las jóvenes la vieron
y la proclamaron dichosa;
también las reinas y las concubinas
la alabarán y dirán:
Ασ. Ασ. 6,9 μία ἐστὶ περιστερά μου, τελεία μου, μία ἐστὶ τῇ μητρὶ αὐτῆς, ἐκλεκτή ἐστι τῇ τεκούσῃ αὐτήν. εἴδοσαν αὐτὴν θυγατέρες καὶ μακαριοῦσιν αὐτήν, βασίλισσαι καί γε παλλακαὶ καὶ αἰνέσουσιν αὐτήν.
Ασ. Ασ. 6,9 Δι’ εμέ όμως, μία είναι η περιστερά μου, η απολύτως τελεία δι’ εμέ, η μοναχοκόρη της μητρός σου, η εκλεκτή και δι’ εκείνην που σε εγέννησε. Την είδαν αι άλλαι νεάνιδες, την εμακάρισαν και την μακαρίζουν. Και αυταί ακόμη αι βασίλισσαι και αι δευτέρας σειράς σύζυγοι των βασιλέων θα την εγκωμιάζουν και θα λέγουν·
10 ¿Quién es ésta que aparece como la aurora, bella como la luna, resplandeciente como el sol y majestuosa como un ejército dispuesto en perfecto orden?
Ασ. Ασ. 6,10 τίς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡς ὁ ἥλιος, θάμβος ὡς τεταγμέναι;
Ασ. Ασ. 6,10 Ποιά είναι αυτή η οποία προβάλλει ωσάν ολοκάθαρη πρωΐα, ωραία όπως η σελήνη, εκλεκτή όπως ο ήλιος, θαυμαστή, όπως αι παρατεταγμέναι προς μάχην στρατιωτικαί δυνάμεις;
11 Y ella dice: Bajé al jardín de los nogales para contemplar los brotes del valle regado por el torrente, para ver si la vid había florecido y si los granados se cubrían de flores; allí te entregaré mis pechos con toda mi agapi-amor.
11 Y ella dice:
He bajado al huerto de los nogales,
para contemplar los brotes junto a los arroyos;
para ver si han florecido las viñas
y han abierto sus flores los granados;
allí, oh Novio mío,
te ofreceré mis abrazos.
Ασ. Ασ. 6,11 Εἰς κῆπον καρύας κατέβην ἰδεῖν ἐν γεννήμασι τοῦ χειμάῤῥου, ἰδεῖν εἰ ἤνθισεν ἡ ἄμπελος, ἐξήνθησαν αἱ ῥοαί· ἐκεῖ δώσω τοὺς μαστούς μου σοί.
Ασ. Ασ. 6,11 Και εκείνη λέγει· Κατέβηκα στο περιβόλι, όπου υπάρχουν οι καρυδιές· κατέβηκα, δια να ιδώ όσα βλαστάνουν εις τας όχθας των ρυακίων. Να παρατηρήσω, εάν έχουν ανθίσει τα αμπέλια και οι ροδιές. Εκεί, ω νυμφίε μου, θα σου προσφέρω τους εναγκαλισμούς μου.
12 Sin que mi psique-alma lo advirtiera, él me colocó sobre los carros de Aminadab.
12 Sin darme cuenta,
mi alma me llevó
como si me hubiera sentado
en los veloces carros
de los nobles y de los príncipes.
Ασ. Ασ. 6,12 οὐκ ἔγνω ἡ ψυχή μου· ἔθετό με ἅρματα Ἀμιναδάβ.
Ασ. Ασ. 6,12 Χωρίς να το εννοήση η ψυχή μου, σαν να με εκάθισεν εις τα ταχύτατα άρματα των ευγενών και επισήμων.
Capítulo 7 Άσμα ‘Ασμάτων 7
1 ¡Vuelve, vuelve, Sulamita! ¡Vuelve, vuelve, para que podamos contemplarte! ¿Qué contemplaréis en la Sulamita? La que avanza como las danzas de los campamentos.
1 «¡Vuelve, vuelve, oh Sulamita!
¡Vuelve a nosotros;
vuelve tu mirada hacia nosotros,
para que contemplemos tu hermoso rostro!»
Ella respondió:
«¿Qué vais a ver en mí,
una humilde Sulamita?
Tú, cuando avanzas
con tanta jaris y majestad,
te asemejas a los coros
de las huestes celestiales.»
Ασ. Ασ. 7,1 Ἐπίστρεφε, ἐπίστρεφε, ἡ Σουλαμῖτις· ἐπίστρεφε, ἐπίστρεφε, καὶ ὀψόμεθα ἐν σοί, τί ὄψεσθε ἐν τῇ Σουλαμίτιδι; ἡ ἐρχομένη ὡς χοροὶ τῶν παρεμβολῶν.
Ασ. Ασ. 7,1 Γυρισε πίσω, επίστρεψε προς ημάς, ω Σουλαμίτις. Ξαναγύρισε, κύτταξέ μας και ημείς θα ίδωμεν το ωραίον σου πρόσωπον. Τι θα ίδετε εις εμέ εις μίαν ασήμαντον Σουλαμίτιδα; Συ, καθώς έρχεσαι με τόσην χάριν και μεγαλοπρέπειαν, ομοιάζεις με χορούς ουρανίων ταξιαρχιών.
2 ¡Cuánta hermosura hay en tus pasos, calzados con sandalias, hija de Nadab! Las armoniosas curvas de tus muslos semejan preciosos collares, labrados por mano de un consumado artista.
2 ¡Qué hermoso es tu caminar
con tus hermosas sandalias,
oh hija de príncipes!
Tus muslos poseen
un ritmo y una armonía admirables;
son semejantes a un precioso collar,
obra refinada de un gran artífice.
Ασ. Ασ. 7,2 ὡραιώθησαν διαβήματά σου ἐν ὑποδήμασί σου,
θύγατερ Ναδάβ· ῥυθμοὶ μηρῶν ὅμοιοι ὁρμίσκοις, ἔργον τεχνίτου·
Ασ. Ασ. 7,2 Ωραίον είναι το βάδισμά σου με τα εύμορφα υποδήματά σου ω κόρη αρχόντων! Καλλιτεχνικόν ρυθμόν και αρμονίαν έχουν οι μηροί σου, όμοιοι με περιδέραιον, ωσάν κομψοτέχνημα μεγάλου τεχνίτου.
3 Tu ombligo es como una copa finamente labrada, siempre colmada de vino aromático; tu vientre es como un montón de trigo rodeado de lirios.
Ασ. Ασ. 7,3 ὀμφαλός σου κρατὴρ τορευτὸς μὴ ὑστερούμενος κράμα· κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη ἐν κρίνοις·
Ασ. Ασ. 7,3 Ο τορνευτός ομφαλός σου ομοιάζει με κοσμημένον κύπελλον από το οποίον δεν λείπει ποτέ ο οίνος. Η κοιλία σου ομοιάζει με θημωνιάν σίτου, φραγμένην με κρίνα.
4 Tus dos pechos semejan dos tiernos cervatillos gemelos de gacela, iguales en belleza y armonía
Ασ. Ασ. 7,4 δύο μαστοί σου, ὡς δύο νεβροὶ δίδυμοι δορκάδος·
Ασ. Ασ. 7,4 Οι δύο μαστοί σου ομοιάζουν σαν δίδυμα μικρά ζαρκάδια.
5 Tu cuello se alza como una torre de marfil; tus ojos, resplandecientes y cristalinos, como las apacibles piscinas junto a las puertas de Hesebón, ciudad de muchos habitantes; tu nariz es semejante a la torre del Líbano, que contempla el horizonte hacia Damasco;
Ασ. Ασ. 7,5 ὁ τράχηλός σου ὡς πύργος ἐλεφάντινος· οἱ ὀφθαλμοί σου ὡς λίμναι ἐν Ἐσεβών, ἐν πύλαις θυγατρὸς πολλῶν· μυκτήρ σου ὡς πύργος τοῦ Λιβάνου σκοπεύων πρόσωπον Δαμασκοῦ·
Ασ. Ασ. 7,5 Ο τράχηλός σου ωσάν πύργον από ελεφαντοστούν, τα μάτια σου, αστραφτερά και ολοκάθαρα, όπως αι δεξάμεναί αι παρά τας πύλας της Εσεβών, πόλεως πολλών κατοίκων. Η μύτη σου ωσάν πύργος του Λιβάνου εστραμμένου προς την Δαμασκόν.
6 tu cabeza se alza majestuosa como el Carmelo; los rizos de tu cabellera resplandecen como la púrpura real, y el Rey permanece cautivo entre sus trenzas.
Ασ. Ασ. 7,6 κεφαλή σου ἐπὶ σὲ ὡς Κάρμηλος, καὶ πλόκιον κεφαλῆς σου ὡς πορφύρα, βασιλεὺς δεδεμένος ἐν παραδρομαῖς.
Ασ. Ασ. 7,6 Η κεφαλή σου επάνω στο σώμα σου ομοιάζει σαν το όρος Καρμηλον. Αι πλεξίδες της κεφαλής σου ακτινοβολούν ωσάν πορφύρα και αυτός ο βασιλεύς, όταν διέρχεται εμπρός σου, είναι σαν να δένεται με αυτάς.
7 ¡Qué belleza y qué dulzura hay en ti, amada mía! ¡Cuán admirable eres en la abundancia de tus delicias!
Ασ. Ασ. 7,7 τί ὡραιώθης καὶ τὶ ἡδύνθης ἀγάπη, ἐν τρυφαῖς σου;
Ασ. Ασ. 7,7 Ποσον ωραία γίνεσαι, αγάπη μου! Ποσον ηδονική εις τας τρυφερότητάς σου!
8 Tu estatura se asemeja a una majestuosa palmera, y tus pechos son como racimos de uvas.
Ασ. Ασ. 7,8 τοῦτο μέγεθός σου, ὡμοιώθης τῷ φοίνικι καὶ οἱ μαστοί σου τοῖς βότρυσιν.
Ασ. Ασ. 7,8 Το ανάστημά σου ομοιάζει με φοίνικα και οι μαστοί σου με σταφύλια αμπέλου.
9 Me dije: subiré a la palmera y abrazaré sus ramas más elevadas; tus pechos serán como los racimos de la vid, y el suave perfume del aliento de tu nariz será como el aroma de las manzanas,
Ασ. Ασ. 7,9 εἶπα· ἀναβήσομαι ἐπὶ τῷ φοίνικι, κρατήσω τῶν ὕψεων αὐτοῦ, καὶ ἔσονται δὴ μαστοί σου ὡς βότρυες τῆς ἀμπέλου καὶ ὀσμὴ ῥινός σου ὡς μῆλα
Ασ. Ασ. 7,9 Είπα· θα αναβώ επάνω στον φοίνικα, θα φθάσω εις τα υψη αυτού, και οι μαστοί σου θα είναι πλησίον μου ωσάν σταφύλια αμπέλου, και η ευωδία της ρινός σου ως ευωδία μήλων.
10 tu garganta es como un vino exquisito, que se derrama con rectitud hacia mi amado, llenando de dulzura mis labios y mis dientes.
10 Tu dulce garganta
es como vino excelente,
que —añade la Novia—
correrá directamente
hacia la boca de mi amado,
para alegrarlo
con mis labios y mis dientes.
Ασ. Ασ. 7,10 καὶ ὁ λάρυγξ σου ὡς οἶνος ὁ ἀγαθός, πορευόμενος τῷ ἀδελφιδῷ μου εἰς εὐθύτητα, ἱκανούμενος χείλεσί μου καὶ ὀδοῦσιν.
Ασ. Ασ. 7,10 Ο γλυκύλαλος λάρυγξ σου ως εκλεκτός οίνος, Ο οποίος, προσθέτει η νύμφη, θα ρέη προς το στόμα του αγαπητού μου κατ’ ευθείαν, ικανός να τον ευφραίνη με τα χείλη μου και με τους οδόντας μου.
11 Yo pertenezco a mi amado, y hacia mí se dirige constantemente su mirada y su amor.
Ασ. Ασ. 7,11 Ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου, καὶ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ ἐπιστροφὴ αὐτοῦ.
Ασ. Ασ. 7,11 Εγώ ανήκω στον αγαπημένον μου αδελφόν και η σφόδρα επιθυμία εκείνου επιστρέφει προς εμέ.
12 Ven, amado mío; vayamos juntos al campo, acampemos y permanezcamos durante la noche en las aldeas;
Ασ. Ασ. 7,12 ἐλθέ, ἀδελφιδέ μου, ἐξέλθωμεν εἰς ἀγρόν, αὐλισθῶμεν ἐν κώμαις·
Ασ. Ασ. 7,12 Ελα αγαπητέ μου, ας εξέλθωμεν στους αγρούς, ας κατοικήσωμεν εις τας κώμας.
13 Madruguemos para ir a las viñas; veamos si la vid ha florecido, si la alheña está en flor y si los granados han florecido; allí te entregaré mis pechos o me entregaré a ti con toda mi agapi-amor.
13 Levantémonos al alba
para pasear por las viñas;
veamos si la vid ha florecido,
si han brotado sus tiernas flores
y si los granados están en flor;
allí te entregaré todos mis abrazos
y te manifestaré todo el amor puro
que siento por ti.
Ασ. Ασ. 7,13 ὀρθρίσωμεν εἰς ἀμπελῶνας, ἴδωμεν εἰ ἤνθησεν ἡ ἄμπελος, ἤνθησεν ὁ κυπρισμός, ἤνθησαν αἱ ῥοαί· ἐκεῖ δώσω τοὺς μαστούς μου σοί.
Ασ. Ασ. 7,13 Πρωϊ ας εγερθώμεν, δια να περιπατήσωμεν στους αμπελώνας· να ίδωμεν, εάν έχη ανθίσει η άμπελος, αν έκαμαν την εμφάνισίν των τα τρυφερά άνθη, αν άνθισαν οι ροδιές. Εκεί εγώ θα δώσω εις σε όλους τους εναγκαλισμούς μου, θα εκδηλώσω όλας τας αγνάς μου προς σε διαθέσεις.
14 Las mandrágoras dan su aroma, y junto a nuestras puertas hay toda clase de frutos exquisitos, nuevos y antiguos, amado mío, que he guardado para ti.
Ασ. Ασ. 7,14 οἱ μανδραγόραι ἔδωκαν ὀσμήν, καὶ ἐπὶ θύραις ἡμῶν πάντα ἀκρόδρυα, νέα πρὸς παλαιά, ἀδελφιδέ μου, ἐτήρησά σοι.
Ασ. Ασ. 7,14 Οι μανδραγόραι αναδίδουν την ευωδίαν των και επάνω από τας θύρας της καλύβης μας κρέμονται διάφοροι εξαίρετοι καρποί, νέοι και παλαιοί, τους οποίους εγώ, αγαπημένε μου αδελφέ, εφύλαξα δια σέ.
Capítulo 8 Άσμα ‘Ασμάτων 8
1 ¡Quién pudiera hacer que fueras, amado mío, el que mamó los pechos de tu madre, y al encontrarte fuera, te besaría, y ciertamente no me despreciarían!
Ασ. Ασ. 8,1 Τίς δῴη σε, ἀδελφιδέ μου, θηλάζοντα μαστούς μητρός σου; εὑροῦσά σε ἔξω φιλήσω σε, καί γε οὐκ ἐξουδενώσουσί μοι.
Ασ. Ασ. 8,1 Και αν ήσουνα αδελφός μου ομογάλακτος, που θα εθήλαζες τους μαστούς της ίδιας μητρός, και σε εύρισκα έξω, θα σε εφιλούσα και κανείς δεν θα με κατηγορούσε δι’ αυτό.
2 Te llevaré conmigo y te introduciré en la casa de mi madre, en la cámara interior de la que me dio la vida; allí te ofreceré el vino perfumado y el dulce jugo de mis granadas.
2 Pero no soy tu hermana;
por eso te recibiré como mi Novio;
te llevaré a la casa de mi madre,
a la habitación más íntima
de la que me concibió
y me dio a luz;
allí te daré a beber vino perfumado
y dulce jugo de mis granadas.
Ασ. Ασ. 8,2 παραλήψομαί σε, εἰσάξω σε εἰς οἶκον μητρός μου καὶ εἰς ταμιεῖον τῆς συλλαβούσης με· ποτιῶ σε ἀπὸ οἴνου τοῦ μυρεψικοῦ, ἀπὸ νάματος ῥοῶν μου.
Ασ. Ασ. 8,2 Δεν είμαι όμως αδελφή σου. Δια τούτο θα σε παρώ ως νυμφίον μου. Θα σε οδηγήσω στον οίκον της μητρός μου, στο εσωτερικώτερον δωμάτιον αυτής, η οποία με συνέλαβε και με εγέννησεν. Εκεί θα σε ποτίζω με ευώδη οίνον, με το νάμα από τα ρόϊδια μου.
3 Su mano izquierda sostiene mi cabeza, mientras su diestra me estrecha en su abrazo. (Bella imagen que expresa protección, ternura y plena comunión.)
Ασ. Ασ. 8,3 εὐώνυμος αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου, καὶ ἡ δεξιὰ αὐτοῦ περιλήψεταί με.
Ασ. Ασ. 8,3 Εκεί το αριστερό χέρι του αγαπητού μου θα ευρίσκεται κάτω από την κεφαλήν μου και το δεξιό του θα με εναγκαλίζεσαι.
4 Os conjuro, hijas de Jerusalén, por las fuerzas y por los poderes de la naturaleza y la belleza del campo: no despertéis la Agapi-amor ni interrumpáis su reposo, hasta que llegue la hora que Él libremente disponga.
Ασ. Ασ. 8,4 ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν ταῖς δυνάμεσι καὶ ἐν ταῖς ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐὰν ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως ἂν θελήσῃ.
Ασ. Ασ. 8,4 Σας εξορκίζω, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, εις τας δυνάμεις της φύσεως, εις τας ωραιότητας του αγρού, μη ανησυχήσετε, μη εξυπνήσετε την αγάπην μου. Αφήσατε την να κοιμηθή όσον θέλει.
5 ¿Quién es ésta que asciende resplandeciente de blancura, apoyada en su amado? Bajo el manzano te desperté; allí tu madre sufrió dolores de parto por ti, allí los sufrió la que te dio a luz.
Ασ. Ασ. 8,5 Τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα λελευκανθισμένη, ἐπιστηριζομένη ἐπὶ τὸν ἀδελφιδόν αὐτῆς; ὑπὸ μῆλον ἐξήγειρά σε· ἐκεῖ ὠδίνησέ σε ἡ μήτηρ σου, ἐκεῖ ὠδίνησέ σε ἡ τεκοῦσά σε.
Ασ. Ασ. 8,5 Ποιά είναι αυτή που ανεβαίνει από την έρημον, στολισμένη σαν με ολόλευκα άνθη στηριζομένη στον αγαπητόν της; Κατω από την μηλιά σε εξυπνησα. Εκεί ευρήκαν την μητέρα σου αι ωδίνες του τοκετού. Εκεί έπιασαν πόνοι του τοκετού εκείνην, που σε εγέννησε.
6 Llévame y grábame como un sello sobre tu corazón y como un sello sobre tu brazo; porque la agapi es fuerte como la muerte, y el santo celo es inflexible como el Hades; sus centellas son centellas de fuego, llamas ardientes;
6 Ponme como un sello en tu corazón,
para que me sientas siempre junto a ti;
como un sello sobre tu brazo,
para que me tengas siempre ante tus ojos;
porque el amor es fuerte como la muerte,
y su llama, insaciable como el Hades;
sus resplandores centelleantes
son como chispas de fuego;
sus llamas, como fuego ardiente.
Ασ. Ασ. 8,6 θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὴν καρδίαν σου, ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν βραχίονά σου· ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη, σκληρὸς ὡς ᾅδης ζῆλος· περίπτερα αὐτῆς περίπτερα πυρός, φλόγες αὐτῆς·
Ασ. Ασ. 8,6 Βαλε με ωσάν σφραγίδα μέσα εις την καρδιάν σου, δια να με αισθάνεσαι μαζή σου πάντοτε. Ωσάν σφραγίδα στον βραχίονά σου, δια να με βλέπης. Διότι η αγάπη είναι εξ ίσου ισχυρά, όπως και ο θάνατος. Η φλόγα της αχόρταστη, όπως αχόρταστος είναι ο άδης. Οι γύρω ακτινοβόλοι σπινθηρισμοί της ωσάν τα σπινθοβολήματα του πυρός. Αι φλόγες αυτής ωσάν το πυρ.
7 ni las inmensas aguas podrán extinguir la Agapi-amor, ni los torrentes lograrán arrastrarla; aunque un hombre ofreciera toda su fortuna por la Agapi, sería considerado como nada y despreciado.
7 Por mucha que sea el agua,
no puede apagar la llama de la agapi;
ni aun los ríos
pueden inundarla ni ahogarla;
si un hombre, inflamado de agapi,
entregara toda su fortuna por comprarla,
los demás lo mirarían con desprecio
y se compadecerían de él;
porque la agapi no se compra.
Ασ. Ασ. 8,7 ὕδωρ πολὺ οὐ δυνήσεται σβέσαι τὴν ἀγάπην, καὶ ποταμοὶ οὐ συγκλύσουσιν αὐτήν. ἐὰν δῷ ἀνὴρ πάντα τὸν βίον αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐξουδενώσει ἐξουδενώσουσιν αὐτόν.
Ασ. Ασ. 8,7 Οσον πολύ και αν είναι το νερό, δεν ημπορεί να σβήση την φλόγα της αγάπης. Και αυτοί ακόμα οι ποταμοί δεν μπορούν να την πλημυρίσουν και να την πνίξουν. Εάν πλημμυρισμένος από αγάπην ο άνδρας δώση όλην την περιουσίαν του, δια να την εξαγόραση, θα τον ελεινολογήσουν και θα τον εξευτελίσουν οι άλλοι. Διότι η αγάπη δεν αγοράζεται.
8 Nuestra hermana aún es pequeña y todavía no tiene pechos; ¿Qué haremos por nuestra hermana cuando llegue el día en que se trate de la boda de ella?
8 Los hermanos de la Novia
decían en otro tiempo acerca de ella:
«Nuestra hermana es todavía pequeña
y aún no tiene pechos;
¿Qué haremos por nuestra hermana
el día en que se hable de ella
para pedirla en matrimonio?»
Ασ. Ασ. 8,8 ἀδελφὴ ἡμῶν μικρὰ καὶ μαστοὺς οὐκ ἔχει· τί ποιήσωμεν τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐὰν λαληθῇ ἐν αὐτῇ;
Ασ. Ασ. 8,8 Οι αδελφοί της νύμφης έλεγαν κάποτε δι’ αυτήν· η αδελφή μας είναι μικρή, μαστούς δεν έχει. Τι θα κάνωμεν δια την αδελφήν μας κατά την ημέραν, κατά την οποίαν ήθελε γίνει λόγος εις αυτήν δια γάμον;
9 Si permanece firme como un muro, la coronaremos con almenas de plata; y si es como una puerta, la protegeremos con un revestimiento de cedro.
9 Si ella se muestra en las tentaciones
como un muro inexpugnable,
edificaremos sobre ella
almenas de plata como recompensa;
pero si se muestra
como una puerta abierta para cualquiera,
la cerraremos y la protegeremos
con tablas de cedro.
Ασ. Ασ. 8,9 εἰ τεῖχός ἐστιν, οἰκοδομήσωμεν ἐπ᾿ αὐτὴν ἐπάλξεις ἀργυρᾶς· καὶ εἰ θύρα ἐστί, διαγράψωμεν ἐπ᾿ αὐτὴν σανίδα κεδρίνην.
Ασ. Ασ. 8,9 Εάν αυτή φανή στους πειρασμούς ως τείχος απόρθητον, θα οικοδομήσωμεν επάνω εις αυτήν αργυράς επάλξεις προς βράβευσίν της. Εάν όμώς φανή ως ανοικτή θύρα δια τον οιονδήποτε, θα την περικλείσωμεν και θα την περιορίσωμεν με σανίδας κέδρου.
10 Yo he permanecido firme como un muro, y mis pechos se alzan como torres; por eso aparecí ante sus ojos como quien ha alcanzado la paz.
10 Yo, en verdad, he permanecido
como un muro inexpugnable,
y mis pechos,
como torres inaccesibles;
así me mostré pura e íntegra
ante los ojos de mis amigos
y ante Salomón;
por eso ahora he encontrado
la paz y la alegría
junto a mi Novio.
Ασ. Ασ. 8,10 ἐγὼ τεῖχος, καὶ μαστοί μου ὡς πύργοι· ἐγὼ ἤμην ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτῶν ὡς εὑρίσκουσα εἰρήνην.
Ασ. Ασ. 8,10 Εγώ πράγματι υπήρξα τείχος απόρθητον και οι μαστοί μου ωσάν πύργοι απλησίαστοι. Ετσι εγώ ήμουνα άσπιλος και ηρωϊκή ενώπιον των αδελφών μου και ενώπιον του Σολομώντος. Και δια τούτο ευρήκα τώρα την ειρήνην και την χαράν κοντά στον νυμφίον μου.
11 Salomón poseía una viña en Beelamón; la encomendó al cuidado de sus guardianes, y cada uno debía presentar, como fruto de ella, mil monedas de plata.
Ασ. Ασ. 8,11 ἀμπελὼν ἐγενήθη τῷ Σαλωμὼν ἐν Βεελαμών· ἔδωκε τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ τοῖς τηροῦσιν, ἀνὴρ οἴσει ἐν καρπῷ αὐτοῦ χιλίους ἀργυρίου.
Ασ. Ασ. 8,11 Αμπελον απέκτησεν ο Σολομών εις Βεελαμών και παρέδωκεν αυτήν στους φύλακας και τους αμπελουργούς. Καθε αμπελουργός θα δίδη στον Σολομώντα από τους καρπούς του αμπελώνος χιλίους αργυρούς σίκλους.
12 Mi propia viña permanece ante mis ojos; para Salomón son las mil monedas, y doscientas para quienes han custodiado sus frutos.
12 Mi viña, la que me pertenece,
permanece siempre ante mis ojos;
que Salomón tenga
los mil siclos de plata,
y quienes cultivan la viña,
conserven para sí los doscientos;
en cuanto a mí,
mi Novio me basta.
Ασ. Ασ. 8,12 ἀμπελών μου ἐμὸς ἐνώπιόν μου· οἱ χίλιοι Σαλωμὼν καὶ οἱ διακόσιοι τοῖς τηροῦσι τὸν καρπὸν αὐτοῦ.
Ασ. Ασ. 8,12 Ο ιδικός μου όμως αμπελών είναι πάντοτε ενώπιόν μου. Ας έχη ο Σολομών τους χιλίους αργυρούς σίκλους και αυτοί που καλλιεργούν το αμπέλι, ας κρατούν δια τον εαυτό των τους διακοσίους σίκλους. Δι’ εμέ είναι αρκετός ο νυμφίος μου.
13 Tú, que habitas en los jardines, cuya voz escuchan con atención tus compañeros, hazme oír también a mí tu voz;
13 Tú, que reposas en los jardines, canta;
amigos, prestad atención al canto
del que reposa en los jardines;
canta, para que también yo escuche tu voz.
Ασ. Ασ. 8,13 ὁ καθήμενος ἐν κήποις, ἑταῖροι προσέχοντες τῇ φωνῇ σου· ἀκούτισόν με·
Ασ. Ασ. 8,13 Συ, που αναπαύεσαι στους κήπους, ψάλε. Φιλοι, προσέξατε το άσμα του καθήμενου στους κήπους. Ψαλε δια να ακούσω και εγώ την φωνήν σου.
14 Huye, amado mío, y sé semejante a la gacela, al cervatillo de los ciervos, sobre los montes de los aromas.
14 Y la Novia canta:
«Sé como la gacela,
sé como el cervatillo;
corre, amado mío,
hacia los montes
donde el aire se impregna de aromas;
y yo iré contigo.»
Ασ. Ασ. 8,14 φύγε, ἀδέλφιδέ μου, καὶ ὁμοιώθητι τῇ δορκάδι ἢ τῷ νεβρῷ τῶν ἐλάφων ἐπὶ ὄρη τῶν ἀρωμάτων.
Ασ. Ασ. 8,14 Και η νύμφη ψάλλει. Ζαρκάδι γίνε, ελαφάκι γίνε. Τρέξε, αγαπημένε μου αδελφέ, εις τα βουνά, όπου μοσχομυρίζει ο αέρας. Και εγώ μαζή σου.
Amén.
Traducido por: Χρῆστος Χρυσούλας Jristos Jrisulas https://www.logosortodoxo.com/ Agosto 2026








